- ύγρωμα
- το, -ατοςδιόγκωση που προέρχεται από συγκέντρωση υγρού στους βλεννογόνους θυλάκους κάτω από το δέρμα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
ύγρωμα — το, Ν 1. ιατρ. συλλογή υγρού στο εσωτερικό ορογόνων θυλάκων οι οποίοι βρίσκονται κάτω από το δέρμα σε σημεία τού σώματος όπου ασκείται πίεση ή τριβή, όπως είναι λ.χ. ο αγκώνας ή το γόνατο 2. (κτην.) διαμαρτία στο γόνατο ενός αλόγου, η οποία είναι … Dictionary of Greek
υγρός — ή, ό / ὑγρός, ά, όν, ΝΜΑ, και τ. θηλ. ά και ογρός, ή, ό Ν, και ιων. τ. θηλ. ὑγρή Α 1. υδατώδης (α. «υγρό στοιχείο» η θάλασσα και, γενικότερα, τα νερά β. «ὅ σφωϊν μάλα πολλάκις ὑγρὸν ἔλαιον χαιτάων κατέχευε», Ομ. Ιλ.) 2. αυτός που ενέχει υγρασία,… … Dictionary of Greek